
Τις πιθανές οικονομικές επιπτώσεις από την κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα από τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ αναλύει ο οικονομολόγος και Διοικητικός Σύμβουλος της KPMG Κύπρου, Τάσος Γιασεμίδης, επισημαίνοντας ότι η ένταση και η διάρκεια των συγκρούσεων θα καθορίσουν το μέγεθος των επιπτώσεων τόσο στην παγκόσμια οικονομία όσο και στην Κύπρο.
Όπως αναφέρει, οι συνολικές οικονομικές συνέπειες θα εξαρτηθούν από την ένταση και τη χρονική διάρκεια του πολέμου, ο οποίος φαίνεται να παίρνει διαφορετική τροπή σε σχέση με τις εχθροπραξίες των 12 ημερών που είχαν προηγηθεί. Ήδη, σύμφωνα με τον ίδιο, καταγράφονται επιθέσεις σε πολλές χώρες του Αραβικού Κόλπου, συμπεριλαμβανομένων και ενεργειακών υποδομών.
Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα η σύγκρουση στο Ιράν έχουν δημιουργήσει νέες πιέσεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, προκαλώντας αύξηση των τιμών και αναζωπύρωση του πληθωρισμού. Η εξέλιξη αυτή, όπως εξηγεί, επηρεάζει όχι μόνο τις οικονομίες των κρατών αλλά και το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών, καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας μεταφέρεται σταδιακά σε όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας.
Ο πληθωρισμός, σύμφωνα με τον κ. Γιασεμίδη, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά φαινόμενα που επηρεάζουν την αγοραστική δύναμη των πολιτών και τη σταθερότητα των οικονομιών. Πρόκειται για τη συνεχή αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών μέσα σε μια οικονομία.
Όταν ο πληθωρισμός αυξάνεται, τα χρήματα χάνουν μέρος της αξίας τους, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να μπορούν να αγοράσουν λιγότερα προϊόντα με το ίδιο εισόδημα. Η ενέργεια διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του πληθωρισμού, καθώς αποτελεί βασικό παράγοντα κόστους για την παραγωγή, τις μεταφορές, τη γεωργία και τη βιομηχανία. Όταν οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται, αυξάνεται και το κόστος παραγωγής, γεγονός που οδηγεί τελικά σε υψηλότερες τιμές για τα τελικά προϊόντα και τις υπηρεσίες.
Ο ίδιος υπενθυμίζει ότι η περιοχή της Μέσης Ανατολής αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς κόμβους του πλανήτη. Τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου που βρίσκονται στην περιοχή την καθιστούν κρίσιμη για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια. Στο πλαίσιο αυτό, οποιαδήποτε πολιτική ή στρατιωτική ένταση μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές.
Η σύγκρουση στο Ιράν, σημειώνει, έχει εντείνει τους φόβους για πιθανές διακοπές στην παραγωγή ή τη μεταφορά ενέργειας, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένη αβεβαιότητα και έντονες διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο σε αυτή τη γεωπολιτική εξίσωση διαδραματίζει το Στενό του Ορμούζ, το οποίο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα στον κόσμο για τη μεταφορά πετρελαίου. Μέσω αυτού του στενού διακινείται μεγάλο ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Οποιαδήποτε διαταραχή στη ναυσιπλοΐα ή στις ενεργειακές εγκαταστάσεις της περιοχής μπορεί να επηρεάσει άμεσα την παγκόσμια προσφορά ενέργειας. Όπως επισημαίνει ο κ. Γιασεμίδης, οι αγορές ενέργειας αντιδρούν ιδιαίτερα έντονα σε τέτοιου είδους εξελίξεις, καθώς ακόμη και η πιθανότητα περιορισμού της προσφοράς μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών.
Πέρα από τον ενεργειακό τομέα, οι επιπτώσεις επεκτείνονται και σε άλλους τομείς της οικονομίας. Ο πληθωρισμός που προκαλείται από την αύξηση των ενεργειακών τιμών δημιουργεί ευρύτερες οικονομικές συνέπειες. Οι κεντρικές τράπεζες παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στον πληθωρισμό, καθώς η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της νομισματικής πολιτικής.
Όταν ο πληθωρισμός αυξάνεται σημαντικά, εξηγεί, οι κεντρικές τράπεζες συχνά αυξάνουν τα επιτόκια προκειμένου να περιορίσουν την αύξηση των τιμών. Η αύξηση των επιτοκίων καθιστά τον δανεισμό πιο ακριβό, γεγονός που μπορεί να μειώσει τόσο την κατανάλωση όσο και τις επενδύσεις.
Παράλληλα, τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στις Βρετανικές Βάσεις και οι ακυρώσεις πτήσεων από και προς την Κύπρο προκαλούν προβληματισμό για τον τομέα του τουρισμού. Όπως σημειώνει, η γεωπολιτική αστάθεια, ιδιαίτερα εάν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης εντείνουν την αίσθηση επικινδυνότητας για την περιοχή, μπορεί να μειώσει την εμπιστοσύνη των ταξιδιωτών να επισκεφθούν την Κύπρο. Η τουριστική ζήτηση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στην αντιλαμβανόμενη ασφάλεια, και οποιαδήποτε αρνητική εικόνα μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τόσο τις κρατήσεις όσο και τα τουριστικά έσοδα. Όπως επισημαίνει, απαιτείται προσεκτική διαχείριση της κατάστασης, καθώς μπορεί να μην πρόκειται για περίοδο υψηλής τουριστικής έντασης, ωστόσο αποτελεί σημαντική περίοδο για τη ροή των κρατήσεων.
Σε ό,τι αφορά τα πιθανά μέτρα που μπορεί να λάβει η Κύπρος, ο οικονομολόγος σημειώνει ότι οι εξελίξεις ενδέχεται να επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη, καθώς οι επιχειρήσεις περιορίζουν τις επενδυτικές τους δραστηριότητες και οι καταναλωτές μειώνουν τις δαπάνες τους. Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένες δημοσιονομικές πιέσεις, καθώς συχνά καλούνται να λάβουν μέτρα στήριξης για να προστατεύσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις από την αύξηση των τιμών ενέργειας.
Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ενέργειας, φορολογικές ελαφρύνσεις ή άλλες μορφές οικονομικής στήριξης.
Ιδιαίτερη σημασία, σύμφωνα με τον κ. Γιασεμίδη, έχει και η διάρκεια της σύγκρουσης. Όπως αναφέρει, κατά την προηγούμενη περίοδο των εχθροπραξιών των 12 ημερών οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων ήταν προσωρινές και μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με ανάλογη διαχείριση.
Αυτή τη φορά, ωστόσο, η κατάσταση εμφανίζεται πιο σύνθετη, καθώς υπάρχει εμπλοκή περισσότερων χωρών, ενώ η Κύπρος καλείται να διαχειριστεί και τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, τα οποία προέκυψαν μετά την επίθεση στις Βρετανικές Βάσεις αλλά και την εικόνα που, όπως σημειώνει, έχει λανθασμένα δημιουργηθεί στο εξωτερικό για την Κύπρο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τομείς όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία, οι επενδύσεις, τα ενεργειακά και ο πληθωρισμός αναμένεται να επηρεαστούν, όπως επίσης και η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Το ζητούμενο, όπως τονίζει, είναι το όλο ζήτημα να παραμείνει προσωρινό.
Αναφορικά με τις προειδοποιήσεις του Ιράν ότι οι τιμές του πετρελαίου μπορεί να φτάσουν ακόμη και τα 200 δολάρια το βαρέλι, ο κ. Γιασεμίδης εκτιμά ότι πρόκειται για ένα ακραίο σενάριο. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, σημειώνει ότι είναι ξεκάθαρο πως το Ιράν επιχειρεί να αμυνθεί δημιουργώντας οικονομικό κόστος στην παγκόσμια οικονομία.
Όπως επισημαίνει, έχουν ήδη καταγραφεί πυραυλικά χτυπήματα όχι μόνο σε υποδομές πετρελαίου αλλά και σε εργοστάσια αφαλάτωσης, ενώ έχουν διατυπωθεί και απειλές προς επενδυτικές τράπεζες και μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας.
Τέλος, αναφέρει ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος είναι ξεκάθαρα θιασώτης της χαμηλής τιμής των καυσίμων και αναμένεται να λάβει μέτρα ώστε να αποτραπεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Μεταξύ των επιλογών που υπάρχουν, όπως εξηγεί, είναι η απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου ή η εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων για τη μεταφορά πετρελαίου, όπως για παράδειγμα μέσω της μεταφοράς από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.


