08/10/2026
ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Λύση στο μεταναστευτικό – ο τετραγωνισμός του κύκλου

Δημήτρης Παπαδημήτρης

Υποψήφιος Βουλευτής ΕΛΑΜ Πάφου

 

Ε λοιπόν, τολμώ να πω, ότι ασφαλής λύση δεν υπάρχει. Βασικά στο πεδίο της λογικής και της νομικής χρησιμότητας υπάρχει, όμως θα φέρει σοβαρά ρίσκα που αφορούν την αντισυνταγματικότητα τυχόν τροποποίησης του Περί Προσφύγων Νόμου ως αντιβαίνουσα της αρχή της ισότητας, προσφυγές για παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και επιβολή Ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Δημοκρατίας (διαδικασία επί παραβάσει). Το πλαίσιο είναι διαμορφωμένο με τέτοιο τρόπο, που καθιστά νομικά επισφαλείς τις όποιες δραστικές λύσεις.

Μετά από μελέτη που έκανα για σκοπούς συγγραφής του παρόντος άρθρου και για σκοπούς νομικής ορθότητας στην υποβολή προτάσεων, διεπίστωσα ότι το πλαίσιο στο μεταναστευτικό, αποτελεί μια καλοφτιαγμένη σφάλλουσα εξίσωση, η οποία έχει κανονιστικό χαρακτήρα (Ευρωπαϊκή Νομοθεσία). Έτσι λοιπόν, οι νομικές/μαθηματικές μεθόδοι ερμηνείας/τύπων και λογικής, δεν μπορούν να δώσουν λύση. Έτσι, προσπαθώ να τετραγωνίσω τον έξωθεν επιβαλλόμενο κύκλο.

Εν ολίγοις, παράνομος μετανάστης, δεν χαρακτηρίζεται και δεν αντιμετωπίζεται ως τέτοιος, παρά την απόρριψη της αίτησης ασύλου ενόσω εκκρεμεί η διοικητική προσφυγή. Άρα για μερικά χρόνια, μπορεί να διακινείται ελεύθερα, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Ενδιαφέρουσα, ήταν βεβαίως η εκ μέρους του κράτους αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού, όπου ενώ τα ανθρώπινα δικαιώματα περιορίζονται με νόμο ή κήρυξη της χώρας σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, υπέστη η κοινωνία πρωτοφανείς περιορισμούς, με Υπουργικά Διατάγματα. Εικάζω ότι σε αντίστοιχα νομικά διαβήματα προέβησαν και άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε.

Όμως το μεταναστευτικό αποτελεί μιας ζωτικής σημασίας απειλή που να επιτάσσει την λήψη αντίστοιχων μέτρων;

Στην δική μου αντίληψη, οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί και Οδηγίες, εγκλωβίζουν τα κράτη–μέλη σε μια νομική και πραγματική δεινότητα με πολλαπλούς κινδύνους. Διαμορφωθέντος του δικαίου και κατά την νομική θεώρηση, ενδεχόμενα να μην παρατηρείται μια μαζικότητα στην παρανομία και αταξία, δημόσιος, υγειονομικός ή άλλος κίνδυνος ώστε να θεμελιωθεί νομικά ένας τέτοιος ισχυρισμός.

Έτσι, θα πρέπει είτε να επιδείξει η κυβέρνηση πολιτική βούληση ώστε να περιοριστούν ελευθερίες με Υπουργικά διατάγματα και με ρίσκο ως προς την αναλογικότητα, στο πλαίσιο της επιφύλαξης του δημοσίου συμφέροντος είτε να παρέμβουμε νομοθετικά ώστε να κατεβάσουμε τον πήχη των ελάχιστων απαιτήσεων που θέτει ο Περί Προσφύγων Νόμος, στα πλαίσια πάντοτε, των συνταγματικών διατάξεων που αφορούν την αρχή της ισότητας (της οποίας απολαμβάνουν οι αιτητές ασύλου – εκκρεμουσών των διαδικασιών για διάγνωση του καθεστώτος τους) και υπό το φως του Ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου. Αυτό, ενδεχομένως να επιτυγχάνεται με την διαφοροποίηση του καθεστώτος των απορριφθέντων για άσυλο μεταναστών, όχι καθολικά αλλά εξειδικευμένα, όπως θα εξηγήσω κατωτέρω. Κοντολογίς, ισότητα μεν, διαφορετικό καθεστώς δε, συνεπώς διαφοροποιημένη μεταχείριση στα πλαίσια της αναλογικότητας.

Η παρέμβαση αυτή, πρέπει να γίνει με χειρουργική ακρίβεια, ώστε να μην συνιστά ερμηνεία των διατάξεων που αφορούν τον περιορισμό των ελευθεριών των μεταναστών (καθότι η ερμηνεία του νόμου αποτελεί εξουσία του Δικαστηρίου) αλλά να προσθέσει και να εξειδικεύσει, ενδεικτικά, περιπτώσεις όπου επιτρέπονται περιορισμοί, όπως αδυναμία εντοπισμού και απέλασης των μεταναστών σε μεταγενέστερο στάδιο, μαζικότητα μεταναστευτικών ροών, το έκδηλα αβάσιμο της αίτησης κλπ.

Το επιχείρημα των κλειστών δομών:

Η πιο δραστική (και νομικά ριψοκίνδυνη) μέθοδος θα ήταν η δημιουργία κλειστών δομών, ούτως ώστε ο αιτητής ασύλου, με το που παρουσιαστεί για να υποβάλει την αίτηση του, να κρατείται στις δομές και να διαμένει εντός τους. Να σημειωθεί ότι με βάση τον Περί Προσφύγων Νόμο αλλά και το Ενωσιακό Δίκαιο, αιτητής που εισέρχεται παράνομα, δεν υπόκειται σε δίωξη, νοουμένου ότι παρουσιάζει στις αρχές τους λόγους της παράνομης εισόδου και διαμονής του.

Άρα κάποιος που κατά τον νόμο δεν υπόκειται σε δίωξη, πως με την απόρριψη της αίτησης του και ενώ διαγιγνώσκεται το καθεστώς του ως μη εμπίπτον στην έννοια του πρόσφυγα, μπορεί είναι παράνομος; Και εδώ είναι που η μαθηματική εξίσωση σφάλλει. Η Ε.Ε. (δικαίως) μας αναγκάζει να αποδίδουμε το καθεστώς της διεθνούς προστασίας και στους απορριφθέντες, χωρίς όμως να χαμηλώνει τον πήχη προστασίας και προϋποθέσεων περιορισμού των ελευθεριών τους.

Περαιτέρω, ως προς τις κλειστές δομές, προς μείωση του νομικού ρίσκου περί παραβίασης των δικαιωμάτων του αιτητή, να εξετάζεται η αίτηση ασύλου, εντός ΗΜΕΡΩΝ. Η κράτηση ενδεχομένως να δικαιολογείται για σκοπούς εξακρίβωσης των στοιχείων, για όσους δεν φέρουν έγγραφα – που είναι το σύνηθες και με την απόρριψη της αίτησης ασύλου που είναι επίσης το σύνηθες, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, να κρατείται στις δομές σαν «παράνομος». Σε περίπτωση που δεν προκύπτει θέμα εξακρίβωσης στοιχείων ή άλλος ειδικός λόγος όπως η μεταγωγή του σε άλλο κράτος ή η αίτηση του να είναι εκ πρώτης όψεως παράνομη καθότι κατάγεται από ασφαλή χώρα, ο αιτητής να μπορεί να εισέρχεται στην κοινότητα υπό όρους, μέχρι την εξέταση της αίτησης του.

Ισχύον Δίκαιο:

Με βάση το ισχύον δίκαιο και όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο αιτητής απολαμβάνει διεθνούς προστασίας, μέχρι την λήψη τελικής απόφασης ως προς το καθεστώς του. Η τελική απόφαση αφορά, την διοικητική απόφαση μετά την λήξη της προθεσμίας για καταχώρηση διοικητικής προσφυγής ή σε περίπτωση καταχώρησης, την έκδοση δικαστικής απόφασης. Συνεπώς, μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης, έχει το δικαίωμα σε ελεύθερη διαμονή και διακίνηση, πλέον την πρόσβαση του στην αγορά εργασίας. Συνεπώς, δεν αντιμετωπίζεται ως παράνομος αλλά τυγχάνει, προσωρινά έστω, διεθνούς προστασίας, συνεπαγόμενης με ίσα προς τους πολίτες του κράτους δικαιώματα (ως προς τις προσωπικές ελευθερίες, κοινωνική ασφάλιση κλπ). Ωστόσο δύναται, με Υπουργική απόφαση, να περιοριστεί η ελεύθερη διακίνηση και διαμονή των αιτούντων άσυλο, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας τάξης (άρθρο 9Ε του Περί Προσφύγων Νόμου).

Προς την εκδίκαση τέτοιων προσφυγών, έχει συσταθεί το Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Όμως, η συνθετότητα της διαδικασίας η οποία αποτελεί ένα οριζόντιο πρόβλημα στην απονομή της δικαιοσύνης, αφορά δηλαδή και λοιπές δικαιοδοσίες, λόγω ακρόασης ενδιάμεσων αιτήσεων κλπ, πλέον ο όγκος των υποθέσεων, καθιστούν την εκδίκαση χρονοβόρα. Σε κάποιες περιπτώσεις, μέχρι και τα 3 έτη. Συνεπώς, οποιαδήποτε κράτηση για τέτοιο χρονικό διάστημα, θα ήταν νομικά απαράδεκτη και αντιβαίνουσα στην αρχή της αναλογικότητας.

Στην δική μου αντίληψη, το κλειδί βρίσκεται στην ταχύτητα των διαδικασιών. Δηλαδή, ταχεία διοικητική εξέταση (με συντομότερη της υπό του άρθρου 12Δ επιτάσσουσας προθεσμίας ήτοι 30 μέρες και δυνατότητα επέκτασης στους 2 μήνες) και διάγνωση του καθεστώτος των αιτητών ώστε να δικαιολογείται κάποιος περιορισμός στις ελευθερίες τους και στην συνέχεια ταχεία εκδίκαση της διοικητικής προσφυγής ή αναθεωρητικής όπου ασκείται.

Την διαδικασία ενώπιον των Δικαστηρίων, δεν την ρυθμίζει η Βουλή αλλά το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Συνεπώς, χρειάζεται η Δικαστική εξουσία, να εγκύψει στο πρόβλημα και να δημιουργήσει διαδικασία ταχείας εκδίκασης, στο μέτρο που δεν θα παραβιάζεται το δικαίωμα της πρόσβασης στην δικαιοσύνη και της δίκαιης δίκης.

Δεδομένης της παρούσας κατάστασης όμως, μπορούμε να εξετάσουμε κάποια λιγότερο επαχθή μέτρα:

Μια ενδιάμεση λύση, θα ήταν η τακτική τους παρουσία στις υπηρεσίες για υπογραφή, έτσι ώστε με το που απορριφθεί η προσφυγή από το Δικαστήριο, να μπορεί να εντοπιστεί για σκοπούς απέλασης. Περαιτέρω, ο καθορισμός του τόπου διαμονής, είτε σε περιοχές με ισχυρή αστυνόμευση είτε σε κέντρο φιλοξενίας με δικαίωμα εξόδου. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, να αίρεται το καθεστώς του πρόσφυγα και να υπόκειται σε σύλληψη. Μέτρα που θα είχαν νομικό έρεισμα ομοίως για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας τάξης.

Επίσης μπορούμε να δημιουργήσουμε γραφεία ή προξενικά «περίπτερα» στις χώρες προέλευσης τους, ούτως ώστε να υποβάλλεται η αίτηση πριν την αναχώρηση τους για την Κύπρο και να αποφασιστεί ταχέως το κατά πόσον δικαιούται διεθνούς προστασίας. Όμως, θα καθιερωθεί η πρόφαση ότι ο αναπόφευκτα εντός Κύπρου πλέον αιτητής, εισήλθε χωρίς έγγραφα ενόψει άμεσου κινδύνου που κατ’ ισχυρισμόν διέτρεχε, χωρίς να του παρείχετο η ευκαιρία για υποβολή αίτησης.

Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, με την διοικητική προσφυγή απεμπολείται το καθεστώς του παρανόμου. Εδώ ακριβώς είναι που πρέπει να επέλθει η νομοθετική μεταρρύθμιση.

Η διοικητική απόφαση, παραμένει σε ισχύ έως ότου ακυρωθεί από το Δικαστήριο ή ανασταλεί κατόπιν σχετικής ενώπιον του αίτησης. Ωστόσο, ουδείς θα απελαύνεται καθότι υπάρχει σχετική απαγόρευση στο άρθρο 8 του νόμου (δικαίως, αφού θα εκλείψει το αντικείμενο της προσφυγής του και ενδεχόμενα να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο, με τρόπο που να παραβιαστούν τα δικαιώματα του), όμως δεν πρέπει κατά την δική μου εκτίμηση, να συνεχίζει να διαμένει υπό τους ίδιους όρους, ωσάν να εμπίπτει στην έννοια του πρόσφυγα. Ως εκ τούτου, ενδεχομένως να δικαιολογείται σχετικός περιορισμός της ελευθερίας του για σύντομο χρόνο.

Συνοψίζοντας τα ανωτέρω:

Κλειστές δομές – ταχεία διαδικασία διοικητικής εξέτασης – επιβολή όρων ως προς την ελεύθερη διακίνηση και διαμονή – ταχεία εκδίκαση αναθεωρητικής (όπου ασκείται) και διοικητικής προσφυγής.

Πλεονεκτήματα:

Κατάργηση επιδομάτων σε περίπτωση παραμονής στις δομές (χωρίς δικαίωμα εξόδου), σημαντικός περιορισμός επδομάτων σε περίπτωση διαμονής στις δομές, με δικαίωμα εξόδου.

Δυνατότητα εξεύρεσης για απέλαση. Οι δομές, θα αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα για νέες ροές μεταναστών. Θα περιοριστεί η αδήλωτη εργασία και η ταυτόχρονη λήψη επιδομάτων.

Μειονεκτήματα:

Νομικά ρίσκα καθότι το κακό αυτό πλαίσιο διέπεται από Ευρωπαϊκή νομοθεσία η οποία υπερτερεί του εθνικού δικαίου.